Πριν από ακριβώς 70 χρόνια: Τι είπε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για το «ΟΧΙ»

Πριν από ακριβώς 70 χρόνια: Τι είπε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για το «ΟΧΙ»

Μια άγνωστη ιστορία…

Αλήθεια πως πρόκειται, όχι για άγνωστη αλλά για μη διαδεδομένη, τόσο, ιστορία. Γνωρίζατε ότι ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του ’40 κρίθηκε (και) από τα… ΜΜΕ και, δη, σαν σήμερα πριν από ακριβώς 70 χρόνια;

Δύο 24ωρα μετά την άρνηση του (δικτάτορα, μην ξεχνιόμαστε) Ιωάννη Μεταξά προς το τελεσίγραφο του Μπενίτο Μουσολίνι, έγινε μια ξεχωριστή συνάντηση. Ο οποίος Μεταξάς ιδεολογικά άνηκε στον Άξονα, ήτοι στο πλευρό της Ιταλίας και της Γερμανίας, αδιαμφισβήτητα, όπως αδιαμφισβήτητο είναι και το γεγονός πως ο δικτάτορας συνέχισε το έργο (σε ότι αφορά την οικονομική εξωτερική πολιτική) των κυβερνήσεων του Βενιζέλου κάτι που κράτησε την Ελλάδα, «δεμένη» στο βρετανικό άρμα.

Άλλωστε εκτιμούσε από την αρχή πως Γερμανοί και Ιταλοί, αργά ή γρήγορα, θα χάσουν τον πόλεμο.

Ο Μεταξάς δεν είπε λοιπόν ποτέ το περιβόητο «ΟΧΙ» τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 στον Ιταλό πρέσβη Εμμανουέλε Γκράτσι, που του επέδωσε το τελεσίγραφο του Γκαλεάτσο Τσιάνο, δεξιού χεριού του Μουσολίνο. Του απάντησε «Alors, c’est la guerre» στη διεθνή γλώσσα της διπλωματίας εκείνη την εποχή, γαλλιστί: «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος».

Αλλωστε λίγο καιρό πριν, Μάιο του 1940 σε δηλώσεις στην «Daily Telegraph» έλεγε χαρακτηριστικά: «Είμεθα ουδέτεροι εφ’ όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτα δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και, τις περισσότερες φορές ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης».

Η εμπειρία του άλλωστε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον είχε διδάξει ότι «κυρίαρχοι του κόσμου ήταν οι κυρίαρχοι των θαλασσών». Και αυτή του την πεποίθηση την διαβίβασε, σαν σήμερα το 1940, σε μια ιστορική συνάντηση που είχε με εκδότες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού Τύπου, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», δυο μόλις ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου του 1940:

Ο Μεταξάς είχε ξεκινήσει τότε την ομιλία του, ως αναφέρθηκε αργότερα στη δημοσιοποίηση αυτού (από το ημερολόγιό του) καλώντας τους δημοσιογράφους να στηρίξουν την κυβέρνηση αλλά και τη θέληση του λαού για πόλεμο, ζητώντας όμως να κρατηθεί το off the record του πράγματος.

«Κύριοι. Έχω λογοκρισίαν και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνον ό,τι θέλω. Aυτήν την ώραν όμως δεν θέλω μόνον την πέννα σας. Θέλω και την ψυχήν σας. Γι’ αυτό σας εκάλεσα σήμερα για να σας μιλήσω με χαρτιά ανοιχτά. Σας απαγορεύω να ανακοινώσητε σχετικά το παραμικρόν σ’ οποιονδήποτε. Απολύτως και γιά οιονδήποτε λόγον.

Κάθε παράβασις αυτής της εντολής μου θα έχη δια τον υπεύθυνον -και να είσθε βέβαιοι ότι θα ευρεθή ο υπεύθυνος- τας συνεπείας τας οποίας πρέπει να έχη σε πόλεμο ζωής ή θανάτου του Έθνους η προδοσία ενός μεγάλου μυστικού, έστω και αυτό αν έγινε από αφέλεια, χωρίς την παραμικρή κακή πρόθεσι. Φυσικά έχω τον λόγον σας…».

Πριν από ακριβώς 70 χρόνια: Τι είπε ο Μεταξάς στους δημοσιογράφους για το «ΟΧΙ»

Κι αφού προέβλεψε πιθανή ήττα της χώρας στον πόλεμο ενώ επιχειρηματολογούσε υπέρ της απόφασής του «…από) αυτόν τον πόλεμον, από τον οποίον είναι δυνατόν και δουλωμένη ακόμη να βγη προσωρινώς η Ελλάς. Λέγω προσωρινώς, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας. Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορεί να νικήσουν»), ρώτησε τους παριστάμενους αν κάποιος είναι αντιβενιζελικός, πολιτικά, και αδιάλλακτος.

«Είμαι εγώ, κύριε Πρόεδρε», απάντησε ο παριστάμενος παλαίμαχος και αρθρογράφος του αντιβενιζελικού Τύπου και τότε πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, Νίκος Κρανιωτάκης.

Ο Κρανιωτάκης είχε διατελέσει και υφυπουργός Συγκοινωνίας και είχε συνυπογράψει το 1935 νόμο με τον οποίο όλοι οι δημοσιογράφοι της επικράτειας εγγράφονταν υποχρεωτικά σε ένα δημοσιογραφικό σύλλογο με τον τίτλο «Ένωσις Συντακτών της Ελλάδος». Νόμος που καταργήθηκε από τον Μεταξά που έβαλε τα ΜΜΕ υπό το υπουργείο Τύπου και Τουρισμού.

 «Λοιπόν ακούστε δια να συνεννοηθούμε. Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, ετήρησα μέχρι σήμερον την πολιτικήν του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτικήν της αυστηράς ουδετερότητος. Έκαμα το παν δια να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της συγκρούσεως των μεγάλων κολοσσών. Ήδη μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου» του απάντησε και κατόπιν συνέχισε την ομιλία του προς τους δημοσιογράφους, εξηγώντας την κατάσταση αλλά και υποσχόμενος να τους τους δείξει έγγραφα για το δίκαιο της επιλογή του αλλά όχι και να τα πάρουν μαζί.

«Εκάμαμεν ότι ήτο δυνατόν δια να μη έχωμεν το παραμικρόν άδικον. Και θα εξακολουθήσωμεν την ιδίαν τακτικήν μέχρι τέλους. Σας έχω στο τραπέζι μερικά έγγραφα. Είναι όλαι αι αποδείξεις της ιταλικής ενέδρας εκ προμελέτης. Όταν τελειώσω μπορείτε να τα δείτε. Περιττόν να πάρετε σημειώσεις. Συντομώτατα θα δημοσιευθούν εις την Λευκήν Βίβλον, η οποία διέταξα να εκδοθή το ταχύτερον. Δεν σας κρύβω κύριοι, ότι η κατάστασις είναι εξαιρετικά δύσκολη» συμπλήρωσε.

Και, στο τέλος, ο Μεταξάς αποκάλυψε γιατί ήθελε να μιλήσει στα ΜΜΕ της εποχής: «Ο ρόλος σας είναι σήμερον μεγάλος και επισημότατος. Μη χάνετε το θάρρος σας, οτιδήποτε και αν γίνη. Διότι άλλως αδύνατον να φανήτε άξιοι του λαού σας και του καθήκοντος σας, το οποίον είναι να συντηρήσητε την ιερή φλόγα του ελληνικού λαού, να βοηθήσητε τον μαχόμενον Στρατόν, να υπάρξητε συνεργάται της Κυβερνήσεως, ότι και αν αισθάνεσθε δι’ αυτήν».

Με την άρνηση, το «ΟΧΙ», ο Μεταξάς δεν μίλησε μόνο εξ ονόματος και για λογαριασμό του ελληνικού λαού, που τον ακολούθησε σύσσωμος, αλλά και εφάρμοσε συνειδητά την πολιτική που είχε προ πολλού αποφασίσει – τη μόνη που υπηρετούσε μακροπρόθεσμα τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Όπως εξήγησε ο ίδιος στις 30 Οκτωβρίου, μιλώντας εμπιστευτικά στους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού Τύπου, ο Μεταξάς προέβλεπε με βεβαιότητα την τελική νίκη του “Αγγλοσαξονικού κόσμου”, απαλλαγμένος πλέον από τις γερμανόφιλες παρωπίδες που τον εμπόδιζαν να κάνει παρόμοια πρόβλεψη το 1915.

Είχε έτσι την πεποίθηση ότι η Ελλάδα, ακόμα και “δουλωμένη προσωρινώς” στη διάρκεια του πολέμου, θα βρισκόταν τελικά στο στρατόπεδο των νικητών και μάλιστα μεγαλωμένη, τουλάχιστον κατά τα Δωδεκάνησα (όπως ακριβώς έγινε).


Πηγές: το ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά και το βιβλίο του Γιώργου Μαυρογορδάτου «Μετά το 1922, Η παράταση του Διχασμού».